Κατά το ακόλουθον θέρος, την εποχήν περίπου που τα σιτάρια σταχίζουν, δέκα πλοία των Συρακουσίων και άλλα τόσα των Λοκρών εξέπλευσαν, κατά πρόσκλησιν των κατοίκων της Μεσσήνης της Σικελίας, και κατέλαβαν την πόλιν, η οποία ως εκ τούτου απεσπάσθη από τους Αθηναίους. Εις τούτο προέβησαν κυρίως, οι μεν Συρακούσιοι, διότι εθεώρουν ότι η Μεσσήνη είναι το κλειδί της Σικελίας και εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι την καταστήσουν μίαν ημέραν βάσιν επιχειρήσεων και επιτεθούν εναντίον των με υπερτέρας δυνάμεις. Οι δε Λοκροί, λόγω της έχθρας των εναντίον των Ρηγίνων, τους οποίους επεδίωκαν να εξαντλήσουν, διεξάγοντες τον πόλεμον εναντίον των από ξηράς συγχρόνως και από θαλάσσης. Είχαν, άλλωστε, εισβάλει συγχρόνως οι Λοκροί με όλον τον στρατόν των εις την χώραν των Ρηγίνων, αφ' ενός δια να τους εμποδίσουν να έλθουν εις βοήθειαν των Μεσσηνίων, και εξ άλλου, διότι τους παρεκίνουν εις τούτο και οι μεταξύ των διατρίβοντες Ρηγίνοι φυγάδες. Διότι από πολύν καιρόν το Ρήγιον εσπαράσσετο από φατριαστικάς έριδας και δεν ήτο τότε εις θέσιν ν' αντισταθή εις τους Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου έτι μάλλον επετίθεντο εναντίον του. Αφού ηρήμωσαν την χώραν, οι Λοκροί απέσυραν τον στρατόν των της ξηράς, αλλά τα πλοία των εξηκολούθουν να φρουρούν την Μεσσήνην. Οι σύμμαχοι, άλλωστε, εξώπλισαν και άλλην μοίραν στόλου, με τον σκοπόν να εγκατασταθή εις τον λιμένα της πόλεως αυτής ως ορμητήριον και διεξάγη από εκεί τον πόλεμον.